Ο Βαγγέλης Ζιάγκος έκανε τον απολογισμό της Μυκόνου Betsson στην επίσημη ιστοσελίδα της ομάδας για τον πρώτο γύρο της Stoiximan GBL.
Η νεοφερμένη ομάδα των Κυκλάδων στην υψηλότερη κατηγορία κλείνει τον πρώτο γύρο με 6 νίκες σε 12 αγωνιστικές και βρίσκεται στην 7η θέση σε ισοβαθμία με Προμηθέα και Ηρακλή.
Ο τεχνικός της ομάδας του «νησιού των ανέμων» αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στους παράγοντες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα του συλλόγου και στο θερμό κοινό της Μυκόνου που είναι σε κάθε αγώνα ο 6ος παίκτης.
Ολοκληρώθηκε ο πρώτος γύρος της πρώτης ιστορικής παρουσίας της Μυκόνου Betsson στη μεγάλη κατηγορία. Αν γυρίσετε πίσω στο καλοκαίρι, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που γνωρίζατε ότι θα χρειαστεί να ξεπεράσετε; Και ποια αποδείχθηκε τελικά πιο δύσκολη απ’ όσο περιμένατε;
«Αν η ανακατασκευή του κλειστού της Άνω Μεράς εντός ενός αυστηρού χρονικού και νομικού πλαισίου και η σύσταση της ΚΑΕ βγουν εκτός συζήτησης, πρόκληση ήταν το να πείσουμε έμπειρους αθλητές υψηλού επιπέδου, όπως ο Τζέρεμι Έβανς και ο Κέντρικ Ρέι, ότι η Μύκονος Betsson ήταν για εκείνους η καλύτερη επιλογή. Το ίδιο ισχύει και για άλλους νεότερους και φιλόδοξους που θα μπορούσαν να αγωνιστούν σε αυτό το επίπεδο, όπως ο Άπλμπι και ο Κάναντι.
Ένας νεοσύστατος οργανισμός, χωρίς ειδικό εμπορικό βάρος στην αγορά και χωρίς προηγούμενη παρουσία στο υψηλό επίπεδο. Χωρίς τις ανέσεις και τις επιλογές μιας μεγαλούπολης και πολύ περισσότερο σε νησί, με μπάτζετ μετρημένο, χωρίς σπατάλες και λεφτά για πέταμα. Αρκετά τα αντικειμενικά μειονεκτήματα σε σχέση με τον ανταγωνισμό, τα οποία κληθήκαμε να ξεπεράσουμε. Πρόκληση που αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ ό,τι περιμέναμε ήταν η προετοιμασία της ομάδας, όχι μόνο εκτός νησιού, αλλά σε πέντε διαφορετικούς σταθμούς. Περίπλοκα logistics και μία μακρόχρονη διαδικασία απαιτητική σε προσαρμοστικότητα, ευελιξία, υπομονή και θετική διάθεση απέναντι στις δυσκολίες.
Ήταν ένα καλοκαίρι δύσκολο, που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα του οργανισμού, αλλά και του αγωνιστικού τμήματος».
Στην πρεμιέρα της ομάδας με το Περιστέρι, εκείνο το πρώτο δεκάλεπτο με 39 πόντους παθητικό φαινόταν σαν σκληρή προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα της κατηγορίας. Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα, όπου η Μύκονος Betsson μετρά ήδη έξι νίκες; Τι μάθατε ως ομάδα; Και τι μάθατε εσείς ως προπονητής;
«Δεν θα το έλεγα “σκληρή προσαρμογή σε μία νέα πραγματικότητα”. Κανείς μας δεν ήταν rookie στη μεγάλη κατηγορία. Η απόδοση στο μπάσκετ είναι μία συνισταμένη πολλών παραγόντων, που όταν όλα εναρμονιστούν υπέρ σου ή αντίστροφα κατά σου, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εντυπωσιακό. Ήταν ένα δεκάλεπτο που μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ομάδα, σε οποιοδήποτε επίπεδο και σε οποιαδήποτε αγωνιστική μέσα στη σεζόν.
Για εμάς, στην καθημερινή μας προπονητική πρακτική, το μπάσκετ είναι 50% επίθεση και 50% άμυνα. Σε καμία προπόνηση δεν θυσιάζουμε το ένα υπέρ του άλλου. Εκείνο το βράδυ η ισορροπία αυτή διαταράχθηκε εξαιτίας δικής μας υπαιτιότητας. Εστιάζοντας πάντα στη θετική πλευρά των πραγμάτων, είμαστε τυχεροί που το μάθημα αυτό το διδαχθήκαμε πολύ νωρίς».
Πόσο δύσκολο είναι για έναν προπονητή να χτίσει αυτοπεποίθηση και αγωνιστική ταυτότητα σε έναν οργανισμό που δεν έχει προηγούμενες παραστάσεις από το συγκεκριμένο επίπεδο; Υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να «προστατεύσετε» την ομάδα από τον ίδιο της τον ενθουσιασμό ή την πίεση των αποτελεσμάτων;
«Η δουλειά του προπονητή έχει αλλάξει, σε ένα εργασιακό και σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που επίσης μεταβάλλεται, και οφείλουμε να προσαρμοστούμε σε αυτές τις καινούργιες απαιτήσεις. Η προπονητική έχει εξελιχθεί σε ένα πολυδιάστατο αντικείμενο που δεν πρέπει και δεν μπορεί πλέον να εστιάζει μόνο στο τεχνικό, το τακτικό και το αθλητικό σκέλος της προετοιμασίας της ομάδας για τον αγώνα.
Οι δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και κρίσεων είναι μερικές φορές πιο σημαντικές από το να σχεδιάσεις μία προπόνηση ή μία ειδική κατάσταση στο πινακάκι. Στη δική μας περίπτωση, η ποιότητα των ανθρώπων που τρέχουν την ομάδα και η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ μας έχουν κάνει τα πράγματα να κυλούν μέσα σε ένα κλίμα ομαλότητας και σταθερότητας, που καθιστά το έργο μας πολύ πιο εύκολο».
Οι τραυματισμοί ήταν και παραμένουν ένα σταθερό εμπόδιο μέσα στη σεζόν. Πόσο επηρέασαν τον αγωνιστικό σχεδιασμό, τις προπονήσεις, την παρουσία στους αγώνες και τις ισορροπίες στο ροτέισον; Και τελικά, θεωρείτε ότι αυτή η δυσκολία λειτούργησε και ως καταλύτης για να «σκληρύνει» η ομάδα πνευματικά;
«Οι απουσίες λόγω τραυματισμών είναι μέρος της διαδικασίας και είμαστε υποχρεωμένοι, αφενός, να μάθουμε να ζούμε με το απρόβλεπτο και, αφετέρου, να έχουμε την ευελιξία να αναπροσαρμόζουμε έναν αρχικό σχεδιασμό. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Συνεχόμενοι τραυματισμοί μπορούν να θέσουν μία ομάδα εκτός στόχων και να χαθεί ολόκληρη σεζόν. Είναι παράγοντας που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Οι αλλαγές μεσούσης της σεζόν μπορεί να αποδειχτούν ευεργετικές, μπορεί όμως και να λειτουργήσουν εις βάρος της χημείας και της συνοχής της ομάδας. Για παράδειγμα, ο Τζέρεμι Έβανς, πέρα από την επιδραστικότητα που είχε στο παιχνίδι μας, ήταν για εμάς, αλλά νομίζω και για τη λίγκα, ένα κόσμημα. Η εξέλιξη του τραυματισμού του είχε αγωνιστικό κόστος, αλλά από τη στιγμή που η αντικατάστασή του ήταν μονόδρομος, δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, και τα αντανακλαστικά της ομάδας λειτούργησαν σε πολύ καλό επίπεδο.
Βγήκαν πιο μπροστά και τα υπόλοιπα παιδιά της front line, και το κενό που φαινόταν δυσαναπλήρωτο δεν άφησε ανοιχτές πληγές στην ομάδα».
Τι κέρδισε η Μύκονος Betsson από τα παιχνίδια με τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό στο κλειστό της Άνω Μεράς; Υπήρξαν στοιχεία, αγωνιστικά ή πνευματικά, που πήρατε από αυτά τα ματς και προσπαθήσατε να τα χρησιμοποιήσετε ως μάθημα για τη συνέχεια;
«Παιχνίδια απέναντι σε ομάδες, προπονητές και οργανισμούς υψηλού επιπέδου έχουν πολλαπλά οφέλη για όλους μας. Από την τακτική και πνευματική προετοιμασία της ομάδας μέχρι το οργανωτικό σκέλος, για την υποδοχή δύο από τα μεγαλύτερα κλαμπ της Ευρώπης, μας έκαναν όλους καλύτερους».
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή αγώνας που θεωρείτε ότι λειτούργησε καθοριστικά στη διαμόρφωση της αγωνιστικής ταυτότητας του συλλόγου μέχρι σήμερα;
«Το καταστροφικό αμυντικά δεκάλεπτο στο Περιστέρι, αλλά και το comeback της ομάδας εκεί, το διπλό στο Ιβανώφειο, σε μία από τις πιο δύσκολες έδρες της Ευρώπης, που ανέδειξε τις πνευματικές μας δυνατότητες και οι νίκες σε must-win αγώνες ήταν, νομίζω, καθοριστικά για τη διαμόρφωση της αγωνιστικής μας ταυτότητας».
Το ζητούμενο για τη Μύκονο Betsson στην εκκίνηση της σεζόν ήταν να παρουσιαστεί ανταγωνιστική, να αποκτήσει ταυτότητα και να διεκδικήσει ό,τι καλύτερο στη νέα πρόκληση. Θεωρείτε ότι ο οργανισμός έχει κερδίσει αυτό το στοίχημα μέχρι στιγμής;
«Αναμφισβήτητα. Όσον αφορά το αγωνιστικό κομμάτι σήμερα, η ομάδα έχει ξεπεράσει τις προσδοκίες ακόμη και του πιο αισιόδοξου φίλου της. Ως οργανισμός, οι βάσεις για μια σοβαρή λειτουργία με οργανωμένες εσωτερικές δομές, διαδικασίες και επαγγελματισμό, χωρίς να χαθεί το οικογενειακό κλίμα και ο ρομαντισμός, είχαν ήδη τεθεί από πέρυσι, και πλέον κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση».
Τι είναι αυτό που πρέπει να βελτιωθεί περισσότερο στο δεύτερο μισό της χρονιάς για να παραμείνει η Μύκονος Betsson όχι απλώς ευχάριστη έκπληξη, αλλά μια ομάδα με ουσιαστικό αποτύπωμα στη λίγκα;
«Η συνέπεια και το επίπεδο της ατομικής ευθύνης όλων μας. Γνωρίζουμε όλοι όσοι απαρτίζουμε το αγωνιστικό τμήμα, από τους προπονητές και τους παίκτες μέχρι τους φροντιστές της ομάδας, ποιες είναι οι αρχές της αγωνιστικής μας φιλοσοφίας, αλλά και οι αξίες που πρεσβεύουμε ως ομάδα και ως οργανισμός. Όσο περισσότερο παραμένουμε συνεπείς στην εφαρμογή των αρχών μας και όσο περισσότερη ατομική ευθύνη εντάσσουμε στην καθημερινότητά μας, τόσο θα βλέπουμε την πορεία μας να σταθεροποιείται σε ανοδική τροχιά».
Πόσο καθοριστική είναι, κατά την άποψή σας, η σιωπηλή αλλά σταθερή στήριξη της διοίκησης στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης και συνέπειας, που επιτρέπει στην ομάδα να παραμείνει προσηλωμένη στο αγωνιστικό της πλάνο;
«Οι λέξεις “σιωπηλή” και “σταθερή” είναι οι σημαίες του διοικητικού μας μοντέλου. Δεν είναι το τεχνοκρατικό σκέλος μιας διοίκησης που κάνει τη διαφορά. Αυτό μπορεί να γίνει copy-paste από μία επιτυχημένη περίπτωση διοίκησης και να εφαρμοστεί από οποιονδήποτε χωρίς αποτέλεσμα. Τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι. Είναι οι ποιότητες των ανθρώπων της ομάδας το εχέγγυο που μας επιτρέπει να κάνουμε απερίσπαστοι τη δουλειά μας».
Σε προσωπικό επίπεδο, τι σας έχει διδάξει μέχρι σήμερα αυτή η διαδρομή στη μεγάλη κατηγορία, έχοντας την ευθύνη και το βάρος των προσδοκιών ενός ολόκληρου τόπου;
«Καταρχάς, αυτή η διαδρομή δε θα ήταν η ίδια αν δεν είχαμε το επιτελείο που έχουμε. Οι δύο εξαιρετικοί προπονητές που έχω δίπλα μου, ο γυμναστής, ο φυσιοθεραπευτής, ο General Manager, ο Team Manager, οι φροντιστές αλλά και συνεργάτες πίσω από τις κουρτίνες που κάνουν απίστευτο έργο με μεράκι και πολύ θετική ενέργεια. Τους είμαστε ευγνώμονες, και νιώθω τυχερός που δουλεύω καθημερινά μαζί τους.
Ως ομάδα, εγώ ως προπονητής, οι συνεργάτες μου, οι φίλοι της ομάδας, βρισκόμαστε καθημερινά σε μία ανοιχτή αλληλεπίδραση μεταξύ μας αλλά και με το ίδιο το μπασκετικό οικοσύστημα, μέσα από την οποία διδασκόμαστε καθημερινά. Είμαστε ανοιχτοί στη μάθηση και είναι κάτι που μας εξιτάρει. Προσωπικά, μαθαίνω από έναν αντίπαλο προπονητή, από τους συνεργάτες μου, από τους παίκτες μου, ακόμα και από μια κουβέντα του φροντιστή της ομάδας, που μπορεί να γίνει αφορμή για έναν προβληματισμό, να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα ή σε μια συζήτηση από την οποία στο τέλος βγαίνουμε σοφότεροι.
Είμαστε θετικοί απέναντι σε οτιδήποτε και οποιονδήποτε μπορεί να μας εξελίξει. Διδασκόμαστε πολλά και καθημερινά. Ένα από αυτά είναι πόσο σημαντικό είναι να μας αρέσει ο εαυτός μας, αυτό που κάνουμε και ο τρόπος που το κάνουμε. Είμαστε όλοι στην ίδια σελίδα, έχουμε το ίδιο πάθος, και γι’ αυτό θα πετύχουμε».
Σε ένα νησί όπως η Μύκονος, όπου η ομάδα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία, πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η παρουσία και η στήριξη του κόσμου στη διαμόρφωση της αγωνιστικής και πνευματικής ταυτότητας του οργανισμού;
«Η στήριξη και η αγάπη του κόσμου είναι το οξυγόνο αυτής της ομάδας. Από την άλλη, η επιδραστικότητα της ομάδας στη ζωή των οικογενειών του νησιού είναι πραγματικά συγκινητική. Εδώ, ο αθλητισμός που παράγεται αποκτά την πραγματική του υπόσταση και τον αυθεντικό του ρόλο: δίνει χαρά, δίνει φως, κάνει τη ζωή των ανθρώπων καλύτερη και δίνει κίνητρο και όραμα στα παιδιά.
Ο οργανισμός κυριολεκτικά μεγαλώνει στα χέρια των Μυκονιατών και ενηλικιώνεται με τις αξίες αυτής της κοινωνίας. Μας δίνουν πολλή αγάπη, και προσπαθούμε να τους την ανταποδώσουμε καθημερινά με το δικό μας έργο».








