Ο Βασίλης Τόλιας μίλησε στο Basketagr εφ' όλης της ύλης για την πορεία του Λαυρίου στην Elite League και όχι μόνο. Από τα προπονητικά διπλά που ήταν δυσεύρετα στην αρχή, μέχρι το σημείο καμπής και...το ταβάνι που κοιτάει να σπάσει.
Ο 24χρονος φόργουορντ άνοιξε την καρδιά του και θυμήθηκε τα χρόνια στο NCAA και τη Νέα Υόρκη που «είναι μία σχολή από μόνη της», για να ακολουθήσει η «πικρία» που έμεινε από τη χαμένη άνοδο της ΝΕΜ και η πορεία μέχρι...την πηγή χωρίς για να πιει νερό.
Ο Βασίλης Τόλιας μοιράστηκε τους λόγους που προτίμησε την ομάδα του Σάββα Συμεωνίδη στη δεύτερη σεζόν μετά τον επαναπατρισμό του, το προσωπικό κίνητρο που κατέχει μέσα από τον ρόλο του, ενώ δήλωσε κι έτοιμος για το επόμενο βήμα στη GBL. Για επίλογο, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο μεγάλο στήριγμα και την πηγή της ώθησης που αντλεί στα πρώτα χρόνια της καριέρας του.
-Πώς βιώνεις την πορεία του Λαυρίου έως τώρα;
«Όλα ξεκίνησαν στην προετοιμασία που ήμασταν 12 καινούργια παιδιά, δεν έμεινε κανείς από πέρυσι. Υπήρχαν νέα πρόσωπα, στόχοι και προκλήσεις. Ήταν μία νέα αρχή και για όλους μας. Θέλαμε να μπούμε στη χρονιά σταδιακά. Είχαμε κάποιες ατυχίες με τραυματισμούς στα φιλικά ματς. Κάποια στιγμή νομίζω είχαμε μείνει 6 υγιείς. Για διπλό στην προπόνηση δεν το συζητάγαμε. Παίζαμε 3 εναντίον 3, τόσο στραβά είχαμε αρχίσει τη σεζόν, με αποτέλεσμα να κάνουμε ένα σερί ηττών που δεν μας χαρακτήριζε σε καμία περίπτωση ως ομάδα. Φτάσαμε να είμαστε όλοι παρόντες στα μέσα του πρώτου γύρου. Εκεί ξεκινήσαμε να βρίσκουμε ο ένας τα πατήματα του άλλου και να κάνουμε ομαδικές προπονήσεις. Υπήρχε πλάνο και έγιναν συζητήσεις για τους στόχους. Πάντα κοιτάζαμε βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμος στόχος ήταν η άνοδος. Κάναμε καλές νίκες, δείξαμε πράγματα. Μετά από ένα καλό brake στις γιορτές των Χριστουγέννων και το ρεπό της αγωνιστικής, μπορέσαμε να κάνουμε παραπάνω προπονήσεις που το είχαμε ανάγκη. Έτσι, φτάσαμε να κάνουμε σπουδαίες νίκες με Βίκο και Πρωτέα. Ήταν σημαντικές και στον ψυχολογικό παράγοντα, αποδείξαμε ότι είμαστε μία ομάδα που θα διεκδικήσει την άνοδο».

-Εκτιμάς ότι εκεί γύρισε ο διακόπτης;
«Το break μας έκανε καλό. Εκεί, ναι, γύρισε ο διακόπτης. Από τα τέλη Νοεμβρίου βλέπαμε μέρα με τη μέρα ότι γινόμασταν καλύτεροι. Ήταν μία καλή ευκαιρία για εμάς να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας και να κάνουμε ό,τι απαραίτητο για να βρεθούμε σε μία θέση ώστε να διεκδικήσουμε τα "θέλω" μας».

-Στέκομαι στις 2 τελευταίες νίκες, πώς προετοιμαστήκατε για αυτά τα δύσκολα ματς;
«Μετά το αρνητικό σερί, δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να παίρνουμε κάθε ματς σαν να είναι "τελικός". Μόνο από αυτό, ξέραμε ότι θα παίξουμε με δύο ομάδες που είναι πρώτες και θα είχαμε δύσκολο. Για εμάς, κάθε ματς ήταν, είναι και θα είναι "do or die". Όταν προετοιμάζεσαι να παίξεις με μία ομάδα με πιο ακριβοπληρωμένο ρόστερ και πιο φορμαρισμένο, πρέπει να έχεις σε πρώτο πλάνο τη δική σου βελτίωση και μέσα από τη δουλειά να δείξεις τι αξίζεις. Κάθε εβδομάδα πάμε με το πλάνο του κόουτς για το επόμενο ματς».

-Είναι προτιμότερο από ένα κακό ματς να παίζεις απέναντι σε μία ομάδα που θεωρείται φαβορί;
«Για μένα, κίνητρο υπάρχει πάντα απέναντι σε όλους. Από τη στιγμή που παίζουμε για τη νίκη, έχουμε υποχρέωση και θέληση για τη νίκη. Η χρησιμότητα του κάθε ματς αλλάζει κάποιες φορές, αλλά εγώ νομίζω ότι κάθε αγώνας έχει τη δική του σημασία, ακόμα και απέναντι σε έναν αντίπαλο που είναι θεωρητικά πιο εύκολος να κερδίσεις πράγματα που σε ένα παιχνίδι να μην τα έχεις, είτε έχει να κάνει με την εμπειρία είτε με το να χτίσεις κάτι».
-Ποια ήταν τα προσωπικά σου κίνητρα ώστε να επιλέξεις το Λαύριο; Τι σε έπεισε;
«Εκτός από το ότι το Λαύριο ήταν από τις πρώτες ομάδες που με προσέγγισαν το καλοκαίρι, είδα ένα κλίμα το οποίο υποστηρίζει νέα παιδιά. Η ομάδα φημίζεται για το πρόγραμμα που έχει για νεαρούς αθλητές και για παίκτες που έχουν στόχο την Ευρώπη. Όταν μίλησα με τον κόουτς Συμεωνίδη κατάλαβα ότι είμαι πολύ επιθυμητός στην ομάδα, αυτό με έκανε να νιώσω πιο οικεία και να πω το "ναι". Είδα ότι υπήρχαν πλάνα και στόχοι. Είδα ότι υπήρχε και η κατεύθυνση η οποία με ώθησε στη συμφωνία. Είναι μία ομάδα με εμπειρία στην πρώτη κατηγορία, έχει επαγγελματικό κλίμα. Από τις υποδομές μέχρι την προπόνηση. Όλα αυτά είναι σημαντικοί λόγοι για έναν νεαρό αθλητή που επιλέγει να βελτιωθεί και να ενταχθεί περισσότερο στο ελληνικό μπάσκετ».

-Έχεις έναν προπονητή που έχει αναδείξει αρκετούς νεαρούς ταλαντούχους αθλητές. Πώς είναι η συνεργασία σου με τον Σάββα Συμεωνίδη;
«Σίγουρα είναι πολύ σημαντικό να έχω έναν προπονητή ο οποίος πέρα από το ότι είναι γνώστης του μπάσκετ, έχει συνεργαστεί πολύ με νεαρά παιδιά στις προηγούμενες του ομάδες και έχει ασχοληθεί με την εξέλιξη τους. Φέτος μαθαίνω πάρα πολλά πράγματα για το μπάσκετ που είναι υψηλού επιπέδου. Μου μιλάει, τον ακούω, είναι έμπειρος. Εγώ αυτή τη στιγμή της καριέρας μου αυτό χρειαζόμουν, έναν άλλον τρόπο να βελτιώσω το στυλ μου. Είναι κάτι που μετράει και έχει βοηθήσει στην πορεία μας».

-Ποιο είναι το φετινό ταβάνι του Λαυρίου;
«Ταβάνι είναι η άνοδος, δεν υπάρχει άλλος στόχος μακροπρόθεσμα. Το Λαύριο ανήκει στη GBL, είναι κόσμημα της κατηγορίας αυτής. Έχουμε έναν στόχο ο οποίος είναι η άνοδος, αλλά εστιάζουμε βραχυπρόθεσμα. Μπορούμε να παίξουμε καλύτερο μπάσκετ».
-Τι αποκόμισες από την τετραετή θητεία σου στο NCAA; Τι θυμάσαι από αυτό το "άλμα" και πώς σε βοήθησε;
«Θέλω να πω ότι το κολεγιακό πρωτάθλημα είναι πάρα πολύ διαφορετικό. Εκεί, βασίζονται περισσότερο στο αθλητικό κομμάτι παρά στην εξυπνάδα, τη νοοτροπία και το μπασκετικό IQ. Το να παίζεις με τέτοιους αντιπάλους που αρκετοί είναι πιο χαρισματικοί σωματικά, είναι μία άλλη εμπειρία την οποία δεν τη βίωνα εδώ. Η Νέα Υόρκη είναι μία σχολή από μόνη της. Πήρα και μαθήματα εκτός μπάσκετ, στον τρόπο ζωής, το να ζω σε έναν διαφορετικό κόσμο μόνος μου. Με βοήθησαν και στον χαρακτήρα μου και στο μπάσκετ αναφορικά με το να κερδίσω εμπειρίες που δεν θα τις ζούσα με τον ίδιο τρόπο. Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενος που μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω για 4 χρόνια σε μία χώρα που έχει ως χαρακτηριστικό της άθλημα το μπάσκετ. Αυτό που χαρακτηρίζει το NCAA είναι η αθλητικότητα των παιδιών».
-Μία τέτοια εμπειρία όπως τη δική σου, τη θεωρείς ως πλεονέκτημα στην Elite League;
«Είναι ισχυρό πλεονέκτημα. Βέβαια, η Elite League χαρακτηρίζεται για το μπασκετικό IQ, είναι κάτι που διδάσκεται. Το να παίζεις όμως με υψηλή ένταση στους αγώνες δεν είναι εύκολο να το συναντήσεις και να το συνηθίσεις. Για εμάς που παίξαμε στο NCAA είναι κάτι που μένει μαζί μας και μας βοήθησε. Όχι μόνο σαν πλεονέκτημα, αλλά και για όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ξένους αθλητές οι οποίοι θα είναι από τη φύση τους πιο αθλητικοί, να ξέρουμε τι θα συναντήσουμε, είναι πιο οικείο».

-Τι κρατάς από την περσινή θητεία σου στη ΝΕΜ;
«Κρατάω σίγουρα την πολύ καλή και μεγάλη πορεία που κάναμε στο πρωτάθλημα. Ήταν μία χρονιά προσαρμογής για εμένα, ήταν η πρώτη μου σεζόν μετά το NCAA. Το ομαδικό κλίμα που είχαμε και οι νίκες έπαιξαν ρόλο να βρεθώ σε μία δύσκολη κατηγορία. Κρατάω όλο αυτό το μπασκετικό ταξίδι που κάναμε. Φτάσαμε έως την πηγή, αλλά δεν ήπιαμε νερό στο τέλος. Έμεινε μία πικρία από τη χαμένη άνοδο».

-Πιστεύεις ότι είσαι έτοιμος για το επόμενο βήμα στη GBL;
«Ναι, νιώθω έτοιμος για τη GBL. Όλα αυτά τα χρόνια δουλεύω και θέλω κάθε χρόνο να εξελίσσομαι. Νιώθω έτοιμος, από εκεί και πέρα μακάρι να είναι και με όποια ομάδα με εμπιστευτεί».
-Βλέπεις κάτι όμοιο στον εαυτό σου με τον πατέρα σου και την καριέρα του;
«Ακούω πολλά κοινά για το σουτ, ήταν ένας πάρα πολύ καλός σουτέρ. Μου έχει μάθει πράγματα. Αυτό διαλέγω ως κοινό παράγοντα. Είναι σίγουρα καλό να έχεις έναν άνθρωπο να μπορεί να σε βοηθήσει, ειδικά σε μικρή ηλικία. Πλέον έχω πάρει τον δρόμο μου, τώρα απλά έρχεται σε κάθε αγώνα στις κερκίδες. Και οι δύο οι γονείς μου με στηρίζουν. Έχω δύο γονείς που είμαι υπερήφανος για αυτούς και με στήριξαν πάρα πολύ σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Αυτή η ώθηση από το σπίτι είναι κομβική, σου δίνει μία ώθηση που πολλές φορές μπορεί να μην τη βρεις από αλλού. Τους ευχαριστώ για ό,τι έχουν κάνει».








