Ο Όσκαρ Σμιντ δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος παίκτης. Ήταν μια μορφή που ξεπέρασε το ίδιο το παιχνίδι.
Ο άνθρωπος που για δεκαετίες κουβαλούσε στους ώμους του το βραζιλιάνικο μπάσκετ έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του κάτι που δύσκολα περιγράφεται. Όχι γιατί λείπουν οι λέξεις, αλλά γιατί ό,τι έκανε στο παρκέ είχε πάντα κάτι το απλό και ταυτόχρονα μοναδικό.

Τον φώναζαν «Mão Santa» – Άγιο Χέρι. Και το παρατσούκλι δεν ήταν υπερβολή. Το σουτ του είχε μια ιδιαίτερη καμπύλη, έφευγε ψηλά, πολύ ψηλά, σχεδόν έξω από τα όρια της άμυνας. Ήταν μια κίνηση επαναλαμβανόμενη, σχεδόν μηχανική. Και όμως, κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα.
Ο μπασκετικός «θεός» της Βραζιλίας
Σε μια χώρα που ζει για το ποδόσφαιρο και τον Πελέ, ο Σμιντ κατάφερε να γίνει κάτι διαφορετικό. Να συγκριθεί με τον ίδιο τον μύθο. Να αποκληθεί ο «μπασκετικός Πελέ» και να γίνει, με τον δικό του τρόπο, το μπασκετικό είδωλο της Βραζιλίας.

Ξεχώρισε με την εθνική Βραζιλίας σε μια εποχή που το μπάσκετ δεν ήταν στο επίκεντρο. Και όμως, κατάφερε να το φέρει εκεί.
Το παιχνίδι που τον έκανε πραγματικά «θεό» ήρθε το 1987. Στους Παναμερικανικούς Αγώνες της Ιντιανάπολις, απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, σημείωσε 46 πόντους και οδήγησε τη Βραζιλία σε μια ιστορική νίκη.

Και αυτό που κάνει εκείνη τη βραδιά ακόμη μεγαλύτερη, είναι το πλαίσιο: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχαναν. Μέχρι εκείνο το παιχνίδι «έτρεχαν» ένα σερί 34 συνεχόμενων νικών στη διοργάνωση και είχαν κατακτήσει όλα τα χρυσά μετάλλια από το 1971.
Δεν ήταν απλώς μια ήττα. Ήταν το τέλος μιας κυριαρχίας.
Και κάπου εκεί βρίσκεται και μια από τις πιο χαρακτηριστικές επιλογές της καριέρας του. Ο Σμιντ είχε την ευκαιρία να παίξει στο NBA, όμως την αρνήθηκε. Ο λόγος ήταν απλός: αν πήγαινε στο NBA, δεν θα μπορούσε να αγωνίζεται με την εθνική Βραζιλίας, λόγω των κανονισμών της εποχής. Προτίμησε να μείνει εκτός της κορυφαίας λίγκας του κόσμου, για να συνεχίσει να παίζει για τη χώρα του. Και αυτή η επιλογή ήταν που τον έκανε κάτι περισσότερο από έναν μεγάλο παίκτη στη Βραζιλία.
Ευρώπη, Ιταλία και μια καριέρα χωρίς όρια
Η Ευρώπη ήταν το μέρος όπου ο Σμιντ μετατράπηκε σε φαινόμενο. Κυρίως στην Ιταλία, σε ένα από τα πιο απαιτητικά πρωταθλήματα της εποχής, έγινε συνώνυμο του σκοραρίσματος.

Με τη φανέλα της Καζέρτα και της Παβίας άφησε το στίγμα του με τρόπο που λίγοι παίκτες έχουν καταφέρει. Επτά φορές πρώτος σκόρερ στο ιταλικό πρωτάθλημα – τις σεζόν 1983-84, 1984-85, 1985-86, 1986-87, 1988-89, 1989-90 και 1991-92.

Σε συνολικά 403 αγώνες στην Ιταλία σημείωσε 13.957 πόντους, με μέσο όρο 34,6 ανά παιχνίδι. Η πορεία του πέρασε και από την Ισπανία, με τη Βαγιαδολίδ, όπου τη σεζόν 1993-94 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ACB.

Η νύχτα που το ΣΕΦ είδε μια «μονομαχία» δύο μύθων
Στις 14 Μαρτίου 1989, το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας έγινε το σκηνικό μιας από τις μεγαλύτερες μπασκετικές μονομαχίες που έχουν παιχτεί στην Ευρώπη.
Απέναντι στον Ντράζεν Πέτροβιτς, ο Σμιντ έδωσε μία από τις πιο εμβληματικές παραστάσεις της καριέρας του. Ο Πέτροβιτς σημείωσε 62 πόντους. Ο Σμιντ απάντησε με 44. Ένας τελικός που κρίθηκε στην παράταση, αλλά έμεινε στην ιστορία για κάτι πολύ μεγαλύτερο από το αποτέλεσμα.
Το τελευταίο παιχνίδι...
Το τέλος του με την εθνική Βραζιλίας ήρθε στην Ατλάντα, στο παιχνίδι απέναντι στην Ελλάδα για τις θέσεις 5-6, με τη Βραζιλία να γνωρίζει την ήττα με 91-72. Ήταν ένα ματς με ξεχωριστό συμβολισμό, αφού αποδείχθηκε πως ήταν το τελευταίο παιχνίδι όχι μόνο του Όσκαρ Σμιντ με τη “σελεσάο”, αλλά και του Παναγιώτη Γιαννάκη με την εθνική Ελλάδας.

Πέρα από τους αριθμούς
Ο Σμιντ δεν ήταν απλώς ένας σκόρερ. Ήταν η αίσθηση που άφηνε στο παιχνίδι. Η βεβαιότητα ότι κάθε επίθεση μπορούσε να τελειώσει με τον ίδιο τρόπο.
Και ίσως γι’ αυτό, σε μια χώρα γεμάτη ποδοσφαιρικούς θρύλους, βρήκε τον δικό του χώρο.
Ο μπασκετικός θεός της Βραζιλίας.









