Ο Νικ Καλάθης φαίνεται, ότι επαναπατρίζεται στην Ελλάδα για χάρη του ΠΑΟΚ και το Basketa.gr παρουσιάζει τα έργα και τις ημέρες ενός αθλητή, που ήρθε... ψαρωμένος πιτσιρικάς από την Φλόριντα και έμεινε στην ιστορία ως ένας «θρύλος» του ευρωπαϊκού μπάσκετ και η επιτομή του παίκτη, που έκανε τη ζωή των άλλων ευκολότερη.
Ήταν το καλοκαίρι του 2008, όταν αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε έναν ομογενή «άσο» με... μπασκετικό επίθετο, που μας συστηνόταν στο τότε Ευρωμπάσκετ U20, κάνοντας παράλληλα μαγικά στην Φλόριντα και το NCAA. Ο Νικ Καλάθης, έναν χρόνο μετά, θα έρχοταν και στην χώρα καταγωγής του, με τους αδελφούς Γιαννακόπουλος να εξασφαλίζουν, ότι ένας μετέπειτα «μύθος» του ευρωπαϊκού μπάσκετ θα βρισκόταν στον Παναθηναϊκό, παίρνοντας μάλιστα και το χάλκινο μετάλλιο με την Εθνική στο Κατοβίτσε.
Έχουν περάσει από εκείνο το καλοκαίρι, που ξεκινήσαμε να τον μαθαίνουμε, 18 χρόνια και, πράγματι, μετατράπηκε σε μια εμβληματική μορφή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ως δημιουργός και ως αμυντικός, για να επιστρέψει εκ νέου, αλλά να βρεθεί, όπως όλα δείχνουν, στη Θεσσαλονίκη. Τα τυπικά έχουν απομείνει και ο ΠΑΟΚ ετοιμάζεται να προσθέσει τον πολύπειρο γκαρντ στην «φαρέτρα» του, κίνηση ενδεικτική των προθέσεων που υπάρχουν στην εποχή Μυστακίδη, με τον μπασκετικό «Ρομπέν των Δασών» να βρίσκεται ξανά επί ελληνικού εδάφους, έξι χρόνια μετά το τέλος της δεύτερης θητείας του στους «πράσινους», έχοντας... σπουδαία έργα και ημέρες να παρουσιάσει.
Ο κορυφαίος Gator που «εκτόξευσε» ο Ζοτς
Οι ικανότητες, για τις οποίες διακρίνεται σήμερα ο Νικ, άρχισαν να φαίνονται με σαφήνεια από τα σχολικά του χρόνια στην Φλόριντα, κερδίζοντας μάλιστα δύο σερί χρονιές τον τίτλο του κορυφαίου παίκτη της περιοχής, το Florida Mr. Basketball, διάκριση που ματρούν παίκτες σαν τον Βινς Κάρτερ, τον Αμάρε Στάνταμαϊρ, τον Μπράντον Νάιτ και τον Όστιν Ρίβερς. Στα κολλεγιακά του χρόνια θα επέλεγε τους Φλόριντα Γκέιτορς, μένοντας στο σπίτι του και καταφέρνοντας, με αυτή την οικειότητα, να συστηθεί στον κόσμο.
Ο Καλάθης έμεινε εκεί για δύο σεζόν και στη δεύτερη, ειδικά, έκανε… τα πάντα και συνέφερε, μετρώντας κατά μέσο όρο 17.2 πόντους, 5.3 ριμπάουντ, 6.4 ασίστ, 1.9 κλεψίματα και το εντυπωσιακό για τα μετέπειτα δεδομένα του 39% στα τρίποντα, στέλνοντας την ομάδα του στη March Madness για ένα παιχνίδι, όπου αποκλείστηκαν από το Ουισκόνσιν. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι πως έκανε… τις κεραίες από Ελλάδα να πιάσουν τη συχνότητά του.
Το καλοκαίρι του 2009, ο Γιόνας Καζλάουσκας τον καλεί στην Εθνική και ο Νικ, μην έχοντας ασφαλώς ποτέ τη δυνατότητα να παίξει για τις ΗΠΑ και θέλοντας να γνωρίσει τις ρίζες του, αποφασίζει να αποδεχθεί την πρόκληση, συμβάλλοντας μάλιστα στην κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου στο Κατοβίτσε, το τελευταίο έως σήμερα για την Επίσημη Αγαπημένη μέχρι σήμερα. Την ίδια ώρα, ο Ομπράντοβιτς και ο Παύλος Γιαννακόπουλος τον έπεισαν για το ρόλο του στον Παναθηναϊκό, προσφέροντας κι ένα συμβόλαιο των 2.4 εκατομμυρίων ευρώ για τρία χρόνια, διόλου ευκαταφρόνητο για έναν 20χρονο, με αποτέλεσμα τελικά να μην πάει στο ΝΒΑ, παρότι οι Τίμπεργουλβς τον διάλεξαν στο νούμερο 45 του draft, ανταλλαχθείς αμέσως στους Μάβερικς.
Κάνει δειλά-δειλά τα πρώτα του «βήματα» δίπλα σε μυθικούς παίκτες και, σιγά σιγά, βρίσκει το δικό του ρόλο. Πανηγυρίζει τον τίτλο του πρωταθλητή του 2010 και η αποχώρηση του Σπανούλη για χάρη του Ολυμπιακού, του δίνει την ευκαιρία να αναδειχθεί. Ο Νικ γίνεται ο ήρωας της σειράς με την Μπαρτσελόνα το 2011, στη μεγαλύτερη υπέρβαση εδώ και πολλά χρόνια, αναγκάζοντας τον τότε αντίπαλο Τσάβι Πασκουάλ να πει πως «ο Διαμαντίδης ήταν ο MVP, αλλά ο Καλάθης υπήρξε ο παίκτης-κλειδί». Και δεν ήταν άδικος σε αυτό που είπε, καθώς μας συστήθηκε για το τι μπορεί να κάνει με τον καλύτερο τρόπο, έχοντας τη δική του συμβολή στο 6ο «αστέρι», δείχνοντας πως θα μπορούσε να ηγηθεί του μέλλοντος των «πρασίνων», αν και βρέθηκε μαζί με τους υπόλοιπους, πλην Διαμαντίδη-Τσαρτσαρή, στη μαζική αποχώρηση του 2012.
Η…. Λόκο επιλογή και το Μέμφις
Ο Νικ, παρά το γεγονός ότι αποχώρησε από τον Παναθηναϊκό, δεν έφυγε και από την Ευρώπη, δείχνοντας μάλιστα τα ηγετικά του χαρακτηριστικά σε άλλη ομάδα. Αυτή ήταν η Λοκομοτίβ Κουμπάν του Εβγκένι Πασούτιν, η οποία δημιουργήθηκε για κάτι μεγάλο, θέλοντας να γίνει ξακουστή στον κόσμο του ευρωπαϊκού μπάσκετ, καταφέρνοντας το 2013 να κατακτήσει, προεξάρχοντος του ομογενούς γκαρντ, το Eurocup απέναντι στην Μπιλμπάο του Φώτη Κατσικάρη, με τον Καλάθη να μετρά κατά μέσο όρο 12.9 πόντους, 5.9 ριμπάουντ, 6.6 ασίστ και 1.4 κλεψίματα.
Με αυτές τις εμφανίσεις του, ο Νικ άνοιξε το δρόμο για το ΝΒΑ, με τους Μέμφις Γκρίζλις να του δίνουν την ευκαιρία μέσα από ανταλλαγή με τους Μάβερικς, εκείνος υπέγραψε για δύο χρόνια, φροντίζοντας να αποδείξει την αξία του, παίρνοντας τη θέση του τραυματία Μάικ Κόνλεϊ τον Φεβρουάριο του 2014 με αρκετές σπουδαίες εμφανίσεις, που τον ανέδειξαν σε «ρούκι» του μήνα με 10.7 πόντους, 3.6 ριμπάουντ και 4.6 ασίστ.
Το τέλος της χρονιάς εκείνης, βέβαια, δεν ήταν το καλύτερο δυνατό, καθώς είχε βρεθεί θετικός στην ουσία της Ταμοξιφίνης και αποβλήθηκε για 20 παιχνίδια, παραβιάζοντας την πολιτική εναντίον των παράνομων ουσιών στο ΝΒΑ. Η ουσία αυτή, βέβαια, βρισκόταν σε ένα συμπλήρωμα που έπαιρνε ο Νικ, με την ίδια την Ένωση Παικτών να κάνει λόγο για αδικία προς το πρόσωπό του, αλλά αυτό του στέρησε σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να κάνει «βήματα» προς τα εμπρός.
Ο διάδοχος, ο ηγέτης, ο σπουδαίος
Το καλοκαίρι του 2015 έρχεται και ο Καλάθης δε δείχνει να συνεχίζει στο ΝΒΑ, μετά από όλη αυτή την ιστορία, αν και δεν ήταν το μόνο πρόβλημα, καθώς προτιμούσε έναν ηγετικό ρόλο κι ας έφευγε από το «μαγικό κόσμο», είδε έναν ορυμαγδό μεγάλων προτάσεων από ευρωπαϊκές ομάδες να έρχεται στα χέρια του. Από το προηγούμενο καλοκαίρι, ωστόσο, σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα, είχε παρουσιάσει το τι φανέλα θα φορούσε.
Εκείνη η φωτογραφία με την φανέλα του Παναθηναϊκού ήταν προφητική, όπως και η δήλωση πως θα γυρνούσε στην Ευρώπη μόνο για χάρη του «τριφυλλιού». Και το απέδειξε, με τον Σάσα Τζόρτζεβιτς και τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο να τον πείθουν, ότι ήταν ο διάδοχος του «βασιλιά» Δημήτρη Διαμαντίδη. Πήρε αμέσως ένα σπουδαίο ρόλο, αν και η πρώτη σεζόν δεν κύλησε ιδανικά πέραν του Κυπέλλου του 2016, με τον Σπανούλη να του δίνει ένα «γερό» μάθημα, παρά την τέλεια άμυνα, στους τελικούς της Basket League.
Τα ψέματα, λίγο μετά, θα τελείωναν. Ο Νικ έπρεπε να μπει πρώτος στη «μάχη», με τον εμβληματικό ηγέτη του Παναθηναϊκού να αποσύρεται και την φανέλα του να κρεμάται στην οροφή του ΟΑΚΑ. Ο Καλάθης, έχοντας υπογράψει σημειωτέον για τρία χρόνια την πρώτη φορά, πρέπει να αποδείξει το λόγο, για τον οποίο αποκτήθηκε, και η σεζόν 2016-2017 περνά… από 40 κύματα ως προς την απόδοσή του, με την Φενέρ αυτή την φορά να φράζει το δρόμο μέσα από την καθοδήγηση του, γνώριμου σε όλους, Ζέλικο Ομπράντοβιτς που είχε τον τρόπο να τον σταματήσει. Το διάστημα μετά την… ιστορία με το πούλμαν, τον βοήθησε να γίνει εκείνος, που θα οδηγούσε την ομάδα του στην ιστορική ανατροπή με τον Ολυμπιακό, κατακτώντας τον τίτλο του πρωταθλητή στον 5ο τελικό του Φαλήρου.
Κάπου εκεί, το όνομά του συνδέθηκε για τα καλά με αυτό του ηγέτη του Παναθηναϊκού, τη στιγμή που τα περισσότερα καλοκαίρια ήταν παρών για την Εθνική, με συμμετοχή τόσο στο Ευρωμπάσκετ του 2017 όσο και στο Μουντομπάσκετ του 2019. Οι τίτλοι και οι διακρίσεις συνέχισαν να έρχονται, μαζί με έναν πακτωλό χρημάτων, που τον κράτησαν στην Αθήνα έως το 2020, έχοντας γίνει το αφεντικό για πέντε χρόνια δίπλα σε σπουδαίους τεχνικούς, όπως ο Τσάβι Πασκουάλ και ο Ρικ Πιτίνο, όντας πάντα το «πρώτο βιολί», κατακτώντας τέσσερα πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα, με μόνο καημό τη μη παρουσία σε ένα Final Four σε αυτή του την ιδιότητα.
Συνεχίζοντας να γράφει ιστορία…
Το καλοκαίρι του 2020 ήταν μια περίοδος περισυλλογής για τον Καλάθη. Από τη μία ο Παναθηναϊκός που τον είχε ως «άρχοντα», από την άλλη οι μνηστήρες στην υπόλοιπη Ευρώπη. Βλέποντας πως το «ταβάνι» θα κατέβαινε, ήθελε μάλλον να δώσει στον εαυτό του μια τελευταία ευκαιρία να διεκδικήσει κάτι μεγάλο και η Μπαρτσελόνα του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους του έδινε την ευκαιρία.
Οι Καταλανοί τον έπεισαν, δίνοντάς του το «99», σε ένα διαφορετικό ρόλο από το να… κάνει τα πάντα καταθέτοντας όλη του την ψυχή στο παρκέ, όπως έκανε στον Παναθηναϊκό. Τον άφησαν να κάνει χαρούμενους τους συμπαίκτες του, μέσω των οργανωτικών και ανασταλτικών του ικανοτήτων, κι εκείνος τους το ανταπέδωσε με συμβολή στην πορεία έως τον τελικό του Final Four της Κολωνίας.
Η συνέχεια τον βρήκε στην Φενέρμπαχτσε και τη Μονακό, όπου υπό τις οδηγίες δύο άλλοτε συμπαικτών του, που του έδειξαν το δρόμο όταν ήταν πιτσιρικάς, του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους και του Βασίλη Σπανούλη, συνέχισε να κάνει τη δουλειά όλων πολύ πιο εύκολη, φτάνοντας σε νέα Final Four και κοντά στον τίτλο, ενώ βρέθηκε εσχάτως στην Παρτιζάν.
Τώρα, θα φορέσει άλλη φανέλα με ασπρόμαυρα, συνεχίζοντας την κληρονομιά του στη συμπρωτεύουσα...








