6.4 C
Athens
Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου, 2026

Άνθρωπος με «Α» κεφαλαίο: Τα ξεχωριστά νεανικά χρόνια του Τσέισον Ραντλ (pic+vids)

Όταν ανατρέχεις στο παρελθόν και τα παιδικά χρόνια αθλητών, κυρίως Αμερικάνων, πολλές φορές θα δεις είτε να έχουν μεγαλώσει σε κάποια πολιτεία με υψηλή εγκληματικότητα, είτε να έμπλεκαν συνεχώς σε καυγάδες, είτε να ήταν τα «κακά παιδιά», είτε να έχασαν σε -πολύ- μικρή τον έναν ή και τους δύο γονείς τους και άλλα πολλά αρνητικά σκηνικά που έχουν συμβεί. Πόσες φορές θα δεις, όμως, έναν νεαρό να λειτουργεί ως μέντορας σε παιδιά που πήραν τον λάθος δρόμο;

Αν ψάξεις το παρελθόν του Τσέισον Ραντλ, που είναι εδώ και μερικές μέρες παίκτης του Κολοσσού Ρόδου και αγωνίστηκε στη χθεσινή νίκη των Ροδιτών στη Μύκονο, ερχόμενος μάλιστα, στα μέρη μας για δεύτερη φορά (είχε περάσει από την ΑΕΚ το 2023-24), αυτό ακριβώς θα βρεις. Έναν -τότε- νεαρό αθλητή, εμβληματική μορφή του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, που όμως σήμαινε πολλά περισσότερα για μια συγκεκριμένη κατηγορία παιδιών: τους κρατούμενους στο Κέντρο Κράτησης Ανηλίκων της κομητείας Σκοτ στο Ντέιβενπορτ της Αϊόβα.

 

Ο Ραντλ δεν ήταν ένα παιδί που έμπλεκε σε καυγάδες ή δημιουργούσε προβλήματα. Η περιοχή στην οποία μεγάλωσε, το Ροκ Άιλαντ του Ιλινόις, ήταν σχετικά ήσυχη, χωρίς αυτό βέβαια να αναιρεί το γεγονός πως πάντα κάπου μπορούσε ένα παιδί να παρασυρθεί και να μπει σε μπελάδες. Ο ίδιος, ωστόσο, έμεινε μακριά απ’ όλα αυτά, αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στο μπάσκετ και ξεχώρισε με τις επιδόσεις του στο Στάνφορντ, φτάνοντας σε σημείο να αναδειχθεί κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του Πανεπιστημίου όλων των εποχών, ξεπερνώντας στην τελευταία του χρονιά (2014-15) τον Τοντ Λίχτι!

Όλα αυτά τα επιτεύγματά του, ο τρόπος που προσέγγιζε καταστάσεις εντός και εκτός γηπέδου, καθώς και το ήθος και ο χαρακτήρας του, ήταν οι ιδανικοί λόγοι για τον Χάρλι Μίλερ, τον προπονητή του στην ομάδα της όγδοης τάξης, που εργαζόταν ως σύμβουλος νέων στο ίδρυμα, να τον επιλέξει ως… μέντορα για τα παιδιά του Κέντρου. Ο Ραντλ δέχθηκε, δίχως φυσικά να του προσφερθεί κάποια αμοιβή, επειδή και ο ίδιος είχε φίλους που πήραν τον λάθος δρόμο, παρασύρθηκαν και έμπλεξαν. Αρκετοί, μάλιστα, ήταν συμπαίκτες του στο παρελθόν και κατέληξαν έγκλειστοι στο Κέντρο.

Ο ίδιος για αρκετά χρόνια βασανιζόταν με τις σκέψεις πώς θα μπορούσε να είχε βοηθήσει τότε ώστε εκείνοι οι φίλοι του να βρεθούν στον σωστό δρόμο. Κάτι, φυσικά, που έχει αναφέρει και ο ίδιος: «Συμβαίνουν τέτοια πράγματα που εύχομαι να μπορούσα να τα πάρω πίσω. Τι θα μπορούσα να πω στους φίλους μου τότε που θα μας είχε κρατήσει όλους στον κύκλο μας; Είμαι ο τύπος του ανθρώπου που προσπαθεί να δώσει το παράδειγμα όταν μπορεί. Τους είχαμε κοντά στις οικογένειές μας, τους πηγαίναμε σε τουρνουά. Προσπαθούσαμε να μιλήσουμε για τα σωστά πράγματα». Και όλα αυτά τον έκαναν να «πιάσει απ’ τα μαλλιά» την ευκαιρία που του δόθηκε, με μοναδικό σκοπό να αλλάξει τη νοοτροπία των παιδιών του Κέντρου, να τους κάνει να γίνουν παραγωγικοί και να τους δείξει τη δική του οπτική σχετικά με το υπόλοιπο της ζωής τους: «Πρόκειται για την προσπάθεια να προσεγγίσουμε τα παιδιά και να τους δώσουμε κάποιο είδος έμπνευσης και θετικού κίνητρου για να τα πάνε καλύτερα», είχε πει ο ίδιος.

 

Η πρώτη φορά που επισκέφθηκε το σωφρονιστικό ίδρυμα ήταν κάτι που του δημιούργησε περίεργα συναισθήματα, ακούγοντας ταυτόχρονα τις κραυγές παιδιών ηλικίας από 9 έως 17 ετών. Τον έκανε να αναρωτηθεί αν ήταν το κατάλληλο άτομο να μιλήσει στα παιδιά. Όπως έχει τονίσει στο αμερικάνικο μέσο, ESPN: «ήμουν νευρικός την πρώτη φορά που μπήκα εκεί μόνο και μόνο επειδή δε θέλεις να σε βλέπουν ως ξένο ή κάποιον που τους περιφρονεί επειδή βρίσκονται στην κατάσταση που βρίσκονται». Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον πατέρα του, ο Τσέισον ήταν πάντα ένα παιδί που θα μπορούσε να συνομιλήσει με οποιονδήποτε. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και στα οικογενειακά τραπέζια όντας σε μικρή ηλικία προτιμούσε να κάθεται με τους μεγάλους παρά να παίζει με τα ξαδέρφια του.

Στην πρώτη του επαφή με τα κρατούμενα παιδιά του Κέντρου δε δυσκολεύτηκε. Άφησε τον εαυτό του και το «είναι» του να… μιλήσει γι’ αυτόν. Η συζήτηση με τα παιδιά κράτησε για περίπου μιάμιση ώρα και όλα κύλησαν απολύτως ομαλά. Τα παιδιά τον «αγκάλιασαν» λόγω του ποιος ήταν. Πολλά από αυτά, μάλιστα, γνώριζαν τα επιτεύγματά του στο άθλημα, από το πρώτο πρωτάθλημα του Λυκείου Ροκ Άιλαντ στο Ιλινόις με αυτόν σε ρόλο ηγέτη, έως και την ανάδειξή του ως Mr. Basketball του Ιλινόις μαζί με τον Ράιαν Μπόουτραϊτ του Ιστ Αουρόρα το 2011!

Ο Ραντλ έκανε δέκα επισκέψεις στο Κέντρο, όπου μιλούσε με τα παιδιά, ενώ δεν έχανε και την ευκαιρία να συνδέσει το «καθήκον» με το μπάσκετ. Το ίδρυμα περιείχε και γήπεδο μπάσκετ, πράγμα που τον έκανε να έρθει πιο κοντά με ένα συγκεκριμένο παιδί: «Υπήρχε ένα παιδί που ήταν εκεί επειδή είχε μπελάδες στο σχολείο, είχε μπλεχτεί με συμμορίες. Ήταν λάτρης του μπάσκετ, οπότε παίζαμε μαζί. Την τελευταία φορά που γύρισα σπίτι, πήγα στο εμπορικό κέντρο και τον είδα να βγαίνει έξω. Αυτό ήταν πολύ ωραίο. Μου έλεγε ότι εκτιμούσε που περνούσα χρόνο μαζί του. Για ‘μένα, αυτό είναι ικανοποιητικό».

Κι όμως, μέσα σε αυτές τις δέκα επισκέψεις του, βίωσε και μια σπαρακτική συνομιλία με έναν κρατούμενο, που του έχει μείνει «χαραγμένη» στο μυαλό. Ήταν με ένα παιδί, την παραμονή των 18ων γενεθλίων του, πράγμα που σήμαινε ότι θα μεταφερόταν σε φυλακές ενηλίκων, το οποίο είχε ποινή κάθειρξης 75 ετών έως ισόβια. «Συναντήθηκα με αυτό το παιδί, σε μια κατ' ιδίαν συνεδρία, και απλώς μιλούσαμε για το πώς μεγάλωσε, τι άνθρωπος ήταν, πού έβλεπε τον εαυτό του να πηγαίνει στη ζωή. Η συζήτηση πήγαινε υπέροχα. Τον ρώτησα πού βλέπει τον εαυτό του μετά από αυτό και μου απάντησε ότι αντιμετώπιζε κάθειρξη 75 ετών μέχρι ισόβια. Αυτό ήταν κάτι που με “χτύπησε” πολύ. Το παιδί έχει όλη του τη ζωή να ζήσει, και το γεγονός ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να ζήσει όλη αυτή τη ζωή πίσω από τα κάγκελα, με χτύπησε πολύ», ήταν τα όσα ανέφερε σε συνέντευξή του στο δίκτυο «FoxSports».

 

Βιώνοντας όλες αυτές τις επισκέψεις, έχοντας όλες αυτές τις συνομιλίες με κρατούμενους και θυμούμενος πάντα τους φίλους του που δεν κατάφεραν να αποφύγουν τα χειρότερα, με κάποιον εξ αυτών, μάλιστα, να δολοφονείται κιόλας (!), ο Ραντλ πάντοτε είχε ως στόχο να «αγγίξει» τα παιδιά που ακολούθησαν το… μονοπάτι των μπελάδων και να τα κάνει να προχωρήσουν μπροστά: «Μακάρι να μπορούσα να είχα επηρεάσει περισσότερο τους φίλους μου. Νιώθω ότι είναι δική μου ευθύνη να προσπαθήσω να φτάσω και να αγγίξω κάποιον. Αν μπορώ να αγγίξω έναν, τότε νιώθω ότι έχω κάνει κάτι». Και όπως είχε τονίσει ο Χάρλι Μίλερ, ο Ραντλ τα κατάφερε: «Δεν πρόκειται να τους αλλάξεις όλους, αλλά αν μπορείς να κάνεις μερικούς από αυτούς να είναι παραγωγικοί, αυτό σημαίνει πολλά. Και έχει αλλάξει δύο ή τρεις από αυτούς που γνωρίζω προσωπικά».

Το μέγεθος του αποτυπώματος που άφησε στο ίδρυμα φάνηκε και λίγο αργότερα, αφότου σταμάτησε τις επισκέψεις εκεί. Υπήρχαν ακόμη παιδιά που ρωτούσαν πότε θα επιστρέψει, παρακολουθούσαν το μπάσκετ του Στάνφορντ και ζητωκραύγαζαν για τον Ραντλ σε κάθε του καλάθι, στον δρόμο προς την ιστορία του top scorer του Πανεπιστημίου.

Ο Ραντλ ολοκλήρωσε το πτυχίο του πριν από την τελευταία χρονιά του και έκανε τη μεταπτυχιακή διατριβή του πάνω στο κομμάτι της επανένταξης των ανηλίκων παραβατών στα σχολικά συστήματα και τη βελτίωση όλης αυτής της διαδικασίας. Πάντοτε προσπαθούσε να βρει λύσεις πάνω σε αυτό το ζήτημα και στο πώς θα μειωθεί το ποσοστό των παιδιών που ξαναμπαίνουν στο σχολείο μετά τη φυλάκισή τους και δεν αποφοιτούν από το λύκειο, το οποίο ποσοστό «άγγιζε» το 70%. «Είναι σίγουρα συγκινητικό να πηγαίνεις εκεί μέσα και να βλέπεις πόσο μικρά είναι αυτά τα παιδιά, να ακούς τις ιστορίες τους. Μπαίνουν και βγαίνουν και δεν μπορούν να κάνουν μια αλλαγή», ήταν μερικά από αυτά που είχε πει επίσης πριν από μερικά χρόνια πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, δείγμα του πόσο ευαίσθητος ήταν για όλη αυτήν την κατάσταση. Εκτός αυτού, πάντα είχε ως στόχο να μεταφέρει με κάθε τρόπο στους νέους του ιδρύματος το μήνυμα ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να ζουν παρά τις όποιες δύσκολες συνθήκες μπορεί να αντιμετωπίζουν.

 

Φυσικά, οι γονείς του, Ουίλι και Γκουέν Ραντλ, όταν ήταν μικρός του έμαθαν πολλά σχετικά με τον ανθρωπισμό, την κοινωνική ευαισθησία, την αλληλεγγύη και κάθε αίσθημα σεβασμού προς τους γύρω του. Όταν εκείνος ήταν παιδί, η οικογένεια επισκεπτόταν συσσίτια, οργάνωνε δωρεές τροφίμων και έκανε δωρεές σε κάθε έρανο. Μάλιστα, ακόμα κι όταν αντιμιλούσε ο πατέρας του τον προειδοποιούσε για ασέβεια, ειδικά αν δεν ήταν στο σπίτι τους. Επιπρόσθετα, γνώριζε και το πώς ο πατέρας του και δύο άλλοι προπονητές του πρόσεχαν τους συμπαίκτες του, είτε αυτούς που προέρχονταν από μονογονεϊκά σπίτια, είτε αυτούς που οι μπαμπάδες τους δεν ήρθαν ποτέ στους αγώνες να τους δουν, ακόμα και αυτούς που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ούτε καν για να καλύψουν τα έξοδα ταξιδιού σε τουρνουά. Επομένως, δε θα μπορούσε να ακολουθήσει διαφορετικό μονοπάτι.

 

Τα χρόνια της εφηβείας του Τσέισον Ραντλ δεν ήταν απλώς ταγμένα στο μπάσκετ. Ήταν ταγμένα και σε ένα… καθήκον που δεν είχε φανταστεί όσο μεγάλωνε τότε, αλλά του «γεννήθηκε» από το πουθενά και τον έκανε να καταλάβει τη σημασία του να δίνεις λύσεις σε παιδιά που δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που ήταν ο ίδιος. Η μπασκετική του πορεία λίγο-πολύ είναι γνωστή, η νεανική του ζωή, όμως, είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό, κάτι το οποίο κρύβει τη δική του -μοναδική- ομορφιά και δε συναντάται συχνά.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ