Καββαδάς: «Αν ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου, θα είχε παραιτηθεί εδώ και χρόνια» (vid)
Ο Βασίλης Καββαδάς μίλησε στο Man to Man Powered by Stoiximan, το επίσημο podcast της GBL, για τη φετινή σεζόν με τη Μύκονο, τη διαδρομή του από το ανοιχτό του Πλάτωνα έως το Νησί των Ανέμων και όλες εκείνες τις φορές που χρειάστηκε να ξανασηκωθεί έπειτα από έναν τραυματισμό.
Αναλυτικά όσα δήλωσε ο Βασίλης Καββαδάς:
Για τη μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από τον χαρακτήρα μου: «Παλιότερα άκουγα, επειδή είμαι πιο εσωστρεφής, ότι έχω “ψηλώσει”, ότι έχω “καβαλήσει το καλάμι”, ότι την έχω δει. Όμως αυτό ποτέ δεν ίσχυε για όσους με ξέρουν πραγματικά. Όταν κάποιος με γνωρίσει και έρθει λίγο πιο κοντά, αλλάζει αμέσως γνώμη».
Για τα πρώτα χρόνια στον Ιωνικό Νίκαιας: «Αρχικά, να πω ότι το μπάσκετ ήρθε στη ζωή μου εντελώς τυχαία. Είχα ξεκινήσει να δοκιμάζω διάφορα αθλήματα, όπως το ποδόσφαιρο και η κολύμβηση, αλλά δεν μου άρεσαν και τα παράτησα.
Παράλληλα, μεγάλωσα σε μια δύσκολη γειτονιά, στον Κορυδαλλό… Έτσι, βασικό μέλημα του πατέρα μου, που δεν είχε καμία σχέση με τον αθλητισμό, ήταν, πέρα από το σχολείο και τα φροντιστήρια, να έχω κι ένα δίωρο το απόγευμα απασχόλησης. Για να μην είμαι στην καφετέρια ή στην πλατεία, αν και κι αυτά υπήρχαν, αλλά πάντα με μέτρο.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει: “Θες να πάμε στο μπάσκετ;”. “Πάμε”, του λέω, “να το δοκιμάσω κι αυτό”. Έκανα την πρώτη μου προπόνηση στα ανοιχτά γήπεδα του Πλάτωνα. Σε πολύ άσχημη κατάσταση το γήπεδο: ρωγμές στο τσιμέντο από τις βροχές, χωρίς διχτάκια, και οι μπάλες ξεφούσκωτες, μέσα σε μια μικρή αποθήκη με ποντίκια, θαρρείς από την εποχή του Παναγιώτη Γιαννάκη (γέλια).
Σου λέω όμως κάτι: από την πρώτη κιόλας μέρα που πήγα, μου άρεσε τόσο πολύ που από τότε δεν έχασα ούτε μία προπόνηση! Θυμάμαι πως στο ξεκίνημα δεν μπορούσα καν να τρέξω. Φορούσα τόσο μεγάλο νούμερο παπούτσια που μπερδευόμουν και έπεφτα συνέχεια. Ξεκίνησα στα 8 μου στον Ιωνικό Νίκαιας, με πρώτο προπονητή τον Αντώνη Χατζηκυριάκο, ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ. Μαζί του έπαιξα πολύ καλά, είχα καλή παρουσία όλα τα χρόνια και μου έδωσε την ελευθερία να κάνω αυτό που πραγματικά ήθελα».
Για τη θητεία του στον Πανιώνιο και το πότε ένιωσε πίεση για πρώτη φορά: «Το 2012, η ομάδα με προπονητή τον κόουτς Μπαρτζώκα μπήκε στα playoffs. Εκείνη τη χρονιά, είχαμε έναν βασικό ψηλό που είχε τραυματιστεί, ένα… θηρίο, και έτσι έμεινα εγώ μαζί με τον Σαρικόπουλο στη θέση του. Αγωνίστηκα στα playoffs, αντιμετωπίσαμε στα ημιτελικά τον Ολυμπιακό και στη συνέχεια τον Κολοσσό, τερματίζοντας τελικά τρίτοι. Είχα παίξει πολύ καλά, είχα αναλάβει ευθύνες και υπήρχε γενικά μια πολύ καλή εικόνα.
Τότε με είχε καλέσει ο πρόεδρος του Πανιωνίου, ο κ. Λιανός, σε ένα γεύμα και μου είπε να μην ανησυχώ, ότι έχουμε συμβόλαιο. Και θυμάμαι να σκέφτομαι: “Τι μου λέει;”. Εγώ ένιωθα τρομερά στον Πανιώνιο, ήταν σαν να βρίσκομαι στο ΝΒΑ! Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ήρθε το ενδιαφέρον από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, ακόμη και η κλήση στην Εθνική. Ζούσα ένα όνειρο. Όπου κι αν πήγαινα, ο κόσμος μου μιλούσε. Μιλάμε για ένα παιδί 19 χρονών, δεν το πίστευα. Τελικά δεν έφυγα τότε, έμεινα άλλη μία χρονιά. Ήταν όμως μια δύσκολη σεζόν, ήμουν μικρός και είχε χαλάσει το μυαλό μου, πριν αποχωρήσω τελικά την επόμενη χρονιά».
Για το πέρασμά του από τον Ολυμπιακό: «Σκεφτόμουν μόνο ότι είχα “μαυρίσει” στον Πανιώνιο και ήθελα να φύγω, να πάω στον Ολυμπιακό, στον οποίο ήταν ο κόουτς Μπαρτζώκας, προπονητής που είχα γνωρίσει ήδη στον Πανιώνιο. Έτσι, βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με έναν προπονητή που ήδη ήξερα.
Τότε στην ομάδα υπήρχαν στη θέση του σέντερ οι Ντάνστον, Μπέγκιτς, Σίμονς και εγώ. Θυμάμαι ότι ήρθα στον Ολυμπιακό και δεν πρόλαβα καν να κάνω προπόνηση πριν από το πρώτο μου παιχνίδι! Μάλιστα, τη μέρα που ανακοινώθηκα, ο Ολυμπιακός έπαιζε στο ΣΕΦ με τη Γαλατασαράι και είχε προηγηθεί το επεισόδιο με τους Μπέγκιτς και Μενσά-Μπονσού, όπου έπαιξαν μπουνιές, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί ο Μπέγκιτς!
Έτσι, μπήκα κατευθείαν να παίξω και μάλιστα κερδίσαμε, ενώ έκανα και πολύ καλό παιχνίδι!. Ήταν το ντεμπούτο μου μέσα στη σεζόν, κόντρα στη Μπάγερν. Όλα ξεκίνησαν πολύ όμορφα. Για ένα παιδί 21–22 ετών ήταν σαν όνειρο να ζει όλο αυτό. Ήμουν σεβαστικός, προσεκτικός και δεν ήθελα να τραβάω ιδιαίτερη προσοχή».
Για τη συνεργασία του με τον Βασίλη Σπανούλη: «Αυτό που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο Σπανούλης. Το πόσο “ταγμένος” ήταν σε αυτό που έκανε, στο μπάσκετ. Η ζωή του, 24/7, ήταν γύρω από αυτό. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι έτσι, ούτε θα ήθελα να είμαι έτσι. Δεν μου ταιριάζει αυτό το πράγμα. Το αναφέρω όμως γιατί το γεγονός ότι ήταν και είναι τόσο πετυχημένος δεν είναι τυχαίο! Ο τύπος ζούσε και ανέπνεε μόνο για το μπάσκετ. Οτιδήποτε έκανε, από το πώς κατέβαινε από το αμάξι, μέχρι το πώς έτρωγε και το πώς τακτοποιούσε τα ρούχα του στα αποδυτήρια, όλα είχαν να κάνουν με το μπάσκετ».
Για το μεγαλύτερο μάθημα που πήρε στον Ολυμπιακό: «Η ζωή του αθλητή και η πορεία του είναι γεμάτη μαθήματα. Πρέπει να είναι σοβαρός, μετρημένος, να βαδίζει σε σωστά μονοπάτια, ώστε η πορεία του να εξελιχθεί όπως πρέπει, και να δουλεύει πολύ, για να μη φτάσει αργότερα να πει: “θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι καλύτερο”. Εφόσον κάποιος θέλει να ασχοληθεί με αυτό το επίπεδο, πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Σπανούλη τότε».
Για τους τραυματισμούς που αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια και το πόσο επηρέασαν τον ψυχισμό του: «Είναι κι αυτό ένα πολύ σημαντικό κομμάτι, όχι ευχάριστο, αλλά για μένα ένα μεγάλο μάθημα. Στη Μύκονο χάρηκα ξανά την καθημερινότητα, γιατί ήταν μια χρονιά, στα 34 μου, που δεν έχασα προπόνηση, ήμουν υγιής. Για μένα, πέρα από την πορεία της ομάδας, αυτό ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι για την ψυχή μου.
Χάρηκα την καθημερινότητα, το να πηγαίνω με τους συμπαίκτες μου, να παίζω διπλό κάθε μέρα, να μπορώ να προπονούμαι. Είχα πολλά χρόνια να το κάνω αυτό. Δεν θέλεις να ακούσεις τον αριθμό από όσα έχω περάσει… Αν ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου, θα είχε παραιτηθεί εδώ και χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, εγώ δεν τα παράτησα ποτέ. Αγαπώ το μπάσκετ, έχω μεγαλώσει με αυτό, συνέχισα να το κάνω και έφτασα με τη Μύκονο σε αυτή την πορεία. Το έχω αφήσει πίσω μου, φέτος ήμουν πολύ καλά, είμαι υγιής και θέλω να συνεχίσω να παίζω και να το χαίρομαι».
Για το δέσιμό του με τον Ηρακλή: «Την προηγούμενη χρονιά πριν πάω στον Ηρακλή, δεν είχα αγωνιστεί καθόλου. Ήταν η δεύτερη χρονιά μου στην ΑΕΚ, ήμουν τραυματίας. Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήμουν υγιής. Ο Ηρακλής και ο Γιάννης Καστρίτης, ο τότε προπονητής, προς τιμήν του, με πήρε ουσιαστικά στην ομάδα “λαβωμένο”.
Όταν έφτασα στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσα καν να κάνω προπόνηση. Είχα τότε έναν γυμναστή, τον Πέτρο Συρακόπουλο, ο οποίος μου είχε δώσει ένα πρόγραμμα: πήγαινα στο Ιβανώφειο, έμπαινα στο γυμναστήριο, γύριζα σπίτι, έτρωγα, ξεκουραζόμουν και την επόμενη μέρα το ίδιο, ξανά και ξανά.
Ώσπου ήρθε ο Οκτώβριος, μετά από έναν χρόνο και έναν μήνα ακριβώς, και άρχισα σιγά σιγά να μπαίνω, πάντα σε συνεργασία προπονητή και γυμναστή. Από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε τίποτα. Έπαιξα την πρώτη μου χρονιά στον Ηρακλή, ξεκίνησα καλά από τα Χριστούγεννα και μετά, μέχρι που η χρονιά σταμάτησε λόγω COVID. Την επόμενη χρονιά ανανέωσα με τον Ηρακλή.
Στο μεταξύ, ο κόσμος είχε αρχίσει να δένεται μαζί μου, και το εισέπραττα κι εγώ. Πήγαμε πολύ καλά, η ομάδα σώθηκε και κάναμε μια καλή πορεία. Ένιωθα καλά, ένιωθα σημαντικός. Και ξέρεις, για έναν αθλητή η ψυχολογία είναι το παν. Και όταν την επόμενη χρονιά πήγα στον Παναθηναϊκό, παρακαλούσα να μείνω στον Ηρακλή! Τους έλεγα: δώστε μου τις οφειλές από την προηγούμενη χρονιά, κάντε μου μια τυπική αύξηση και θα μείνω ακόμη και με λιγότερα χρήματα από αυτά που μου έδινε ο Παναθηναϊκός. Ήθελα πάρα πολύ να μείνω».
Για τη φετινή παρουσία του στη Μύκονο Betsson: «Στη Μύκονο χάρηκα ξανά το παιχνίδι. Γιατί έχω περάσει πολλές καταστάσεις τα προηγούμενα χρόνια όπου ήμουν στον πάγκο λόγω τραυματισμών και έβλεπα τους άλλους να προπονούνται, δίχως να μπορώ να κάνω τίποτα. Αλλά κανείς, πραγματικά, δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που περνούσα. Ότι είναι πολύ ψυχοφθόρο για τόσο μεγάλο διάστημα να κάθομαι στον πάγκο και να βλέπω τους άλλους να προπονούνται. Δεν το άντεχα αυτό. Η φετινή χρονιά ήταν παραμυθένια. Ξεκίνησε τον Αύγουστο, όταν μαζευτήκαμε στο Περιστέρι. Η προετοιμασία ξεκίνησε στην Αθήνα, που ήταν και το πιο δύσκολο κομμάτι, κυρίως για τα παιδιά που έμεναν στο ξενοδοχείο, γιατί εμείς οι υπόλοιποι μέναμε στα σπίτια μας.
Τον Οκτώβριο πήγαμε στη Μύκονο. Ήταν πρωτόγνωρο για εμένα. Δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ σε νησί, ήταν η πρώτη φορά. Η ομάδα άρχισε να δείχνει την ταυτότητά της ήδη από τα φιλικά. Και πραγματικά, μέχρι τα τέλη Μαΐου που τελειώσαμε, η πορεία της ομάδας ήταν κάτι που ακόμα και σήμερα το λέω και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Μπήκαμε στα playoffs, κάναμε εννιά νίκες, τερματίσαμε έβδομοι και παίξαμε στο Final Eight του Κυπέλλου Ελλάδας… ήταν κάτι πραγματικά φανταστικό».