Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος δε βρίσκεται πια κοντά μας, φεύγοντας από τη ζωή σε ηλικία 60 ετών, και το Basketa.gr αποτίει έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο, που στη διαδρομή του πρόσφερε πολλά και ουσιώδη στο ελληνικό μπάσκετ, αφήνοντας ένα ξεχωριστό αποτύπωμα.
Τα λόγια για τον άνθρωπο Θανάση Σκουρτόπουλο τα απέδωσε κάτι παραπάνω από επαρκώς ο Μενέλαος Σεβαστιάδης στο κείμενο, που έγραψε από καρδιάς για τον φίλο του. Πολλοί, δε, όσοι τον συναναστράφηκαν, είχαν κάτι να πουν για την αξία του ως ανθρώπου, πέρα από αυτή της προπονητικής του ιδιότητας. Μα και αυτή, δεν πήγαινε πίσω, αποτελώντας έναν τεχνικό που πρόσφερε ουσιωδώς στο ελληνικό μπάσκετ.
Πώς τα φέρνει η ζωή, άλλωστε, και ορισμένες αναφορές του παρελθόντος αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο, όταν έρχεται το τέλος, ιδιαίτερα με αυτό τον άδικο τρόπο. Σε αυτή την μπασκετική διαδικτυακή γωνιά, μάλιστα, τη στιγμή που η Εθνική αγωνιζόταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2019 και ο Θανάσης Σκουρτόπουλος δεχόταν όλα τα «πυρά», είχαμε σπεύσει να αναφερθούμε στο πιο βασικό όλων, που είχε και την αξία του. Το γεγονός, δηλαδή, ότι είχε αποδεχθεί την πρόκληση σε μια δύσκολη συγκυρία, δημιουργώντας μια ομάδα, που άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει ξανά τα πατήματά της κι έκανε τα πρώτα «βήματα», για να βρει ξανά αυτοπεποίθηση, φτάνοντας μέχρι την επιτυχία του χάλκινου μεταλλίου στη Ρίγα.

Για τον προπονητή Θανάση Σκουρτόπουλο, λοιπόν, αυτό χρειάζεται να ξέρει κανείς. Ηταν ένας από αυτούς τους προπονητές, που έχουμε συνηθίσει σε… ειδικές συνθήκες, χωρίς να φοβούνται στιγμή την πρόκληση και τις συνέπειες μιας πιθανής αποτυχίας. Αυτή η προθυμία του, αναδεικνύοντας κάθε φορά και μόνο τη δουλειά του, ήταν κι εκείνη που πρόσθεσε το πιο σημαντικό «πετράδι» στη συλλογή του, αυτή της επαναφοράς της υπόστασης της «γαλανόλευκης», μέσα από μια διαδικασία αρχικά άγνωστη και επικίνδυνη, που πλέον έχει εξελιχθεί… σε παράδοση.
Ο υψηλού επιπέδου αθλητής Θανάσης που έδωσε θέση στον ακόμη καλύτερο κόουτς Σκουρτόπουλο
Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος άφησε τέτοιο αποτύπωμα ως προπονητής, που η ιδιότητα του αθλητή έμεινε λίγο πιο πίσω. Κι εκεί, όμως, είχε αγωνιστεί σε υψηλό επίπεδο, με την ΑΕΚ να αποτελεί σταθμό της ζωής του, καθώς την υπηρέτησε και ως προπονητής, κατακτώντας τίτλους μαζί της, ενώ έπαιξε και στο Παγκράτι που αποτελεί μια παραδοσιακή ομάδα του ελληνικού μπάσκετ, με τη Δάφνη Δαφνίου επίσης να βρίσκεται στην καρδιά του.

Το τελευταίο είναι εξίσου λογικό, άλλωστε, καθώς από εκεί ξεκίνησε και την προπονητική του σταδιοδρομία, με την πορεία να τον βρίσκει στο Αιγάλεω και στον ΟΦΗ Ηρακλείου. Στο Σίτυ, μάλιστα, θα κατάφερνε να αρχίσει να καθιερώνεται ως πρώτος προπονητής, αν και φυσικά είχε επιτυχίες ως βοηθός, με πρωτάθλημα και Κύπελλο στην ΑΕΚ δίπλα θητεύοντας δίπλα σε Ντούσαν Ιβκοβιτς, Ντράγκαν Σάκοτα και Φώτη Κατσικάρη, τον οποίο αργότερα θα αντάμωνε στην Εθνική, ενώ βρέθηκε και στο πλευρό του Αργύρη Πεδουλάκη στον Πανελλήνιο.

Ηταν εκείνος, όμως, που οδήγησε το Αιγάλεω στην πρώτη του παρουσία στην τότε Α1 Ανδρών και νυν GBL, αποχωρώντας μεν το 2009, αλλά έχοντας μόλις κάνει την αρχή. Ακολούθησαν το Περιστέρι, ο Πανελλήνιος, ο Ικαρος Καλλιθέας, ο Πανιώνιος και ο Κεραυνός Στροβόλου πριν από τον πιο μεγάλο του σταθμό, καταφέρνοντας στο σύλλογο των Ολυμπιονικών να τον οδηγήσει μέχρι τους «16» του Eurocup.

Κάπου εκεί, το 2014, εμφανίστηκε μπροστά του η προοπτική της Εθνικής, πλαισιώνοντας τότε τον Φώτη Κατσικάρη μαζί με τον Δημήτρη Πρίφτη και η «γαλανόλευκη» άρχισε και πάλι να μπαίνει σε ένα δρόμο… κανονικότητας, με τη μεγάλη επιτυχία να είναι εκείνη, που της έλειπε και θα της έλειπε για αρκετά χρόνια ακόμη. Ηταν εκείνος, που το 2017 θα αναλάμβανε ένα δύσκολο έργο μαζί με τον Κώστα Μίσσα, οδηγώντας την Επίσημη Αγαπημένη ένα «βήμα» από την τετράδα, όμως η πιο μεγάλη του στιγμή αναγνώρισης θα ερχόταν αμέσως μετά.

Αποδέχθηκε την πρόκληση, κατευθύνοντας την Εθνική στα «παράθυρα» των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2019, μια διαδικασία άγνωστη και επικίνδυνη κι έχοντας την υποχρέωση να βάλει… στο πνεύμα της ομάδας τόσους παίκτες, που δεν είχαν καν εικόνα από τα αποδυτήρια της «γαλανόλευκης». Ο Γιάννης Αθηναίου έδωσε το πρώτο σύνθημα με το ιστορικό, πλέον, σουτ στο Λέστερ και η συνέχεια «έγραψε» 11/12, με όποια σύνθεση κι αν είχε στη διάθεσή του, στο δρόμο για την Κίνα, ενώ μετά την ευκαιρία, που άξιζε να κοουτσάρει και στο Παγκόσμιο Κύπελλο, όπου χάσαμε την οκτάδα στις λεπτομέρειες και στα… διαιτητικά τερτίπια με την Τσεχία, εγγυήθηκε και την παρουσία στο αμέσως επόμενο Ευρωμπάσκετ, παραδίδοντας τη σκυτάλη στους επόμενους ομοσπονδιακούς τεχνικούς, που συνέχισαν να «χτίζουν» στον ίδιο δρόμο μέχρι την επιτυχία του 2025, για την οποία βάζοντας κάποτε ο ίδιος πλάτη, είχε το δικό του μερίδιο.

Την ίδια στιγμή, συνέχιζε να αποτελεί μια σταθερά του πρωταθλήματος σε Ρέθυμνο, Απόλλωνα Πατρών, ΓΣΛ Φάρο και Ηρακλή, προτού πάρει το δρόμο για το εξωτερικό, όπου μια επικίνδυνη αποστολή σωτηρίας της Μπιντγκότζ στην Πολωνία εξελίχθηκε σε θρίαμβο, ενώ έζησε και την εμπειρία της Μογγολίας, στην οποία δυστυχώς έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή στην ηλικία των μόλις 60 ετών.
Κάπως έτσι, ο Θανάσης Σκουρτόπουλος δημιούργησε τη δική του ιστορία. Η ιστορία ενός τεχνικού που δεν αρνήθηκε την πρόκληση και πάλεψε σε όλες τις περιπτώσεις, αφήνοντας ένα από τα πιο ισχυρά, έστω και με αθόρυβο τρόπο, αποτυπώματα στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού μπάσκετ…








