FEATURED ΑΡΘΡΑ ΑΝΔΡΩΝ ΕΘΝΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΕΥΡΩΜΠΑΣΚΕΤ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ FIBA 2019 ΠΡΟΚΡΙΜΑΤΙΚΑ ΕΥΡΩΜΠΑΣΚΕΤ ΠΡΟΚΡΙΜΑΤΙΚΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΥΠΕΛΛΟΥ 2019

Η σπουδαία κληρονομιά της Εθνικής… των κομάντο (vids)


Η Εθνική συνεχίζει σε ένα δρόμο επιτυχίας από κάθε πλευρά μέσω των προκριματικών αγώνων και το Basketa.gr αναλύει την πραγματική ουσία όσων έχει καταφέρει την τελευταία τετραετία το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, που είναι πολύ πιο σημαντική από τα αποτελέσματα και τις προκρίσεις.

Ήταν φθινόπωρο του 2017. Η Εθνική είχε μόλις καταφέρει να κερδίσει την αξιοπρέπεια της στο Ευρωμπάσκετ, που είχε μόλις ολοκληρωθεί, αφού είχε ξεκινήσει με τους χειρότερους «οιωνούς» στον όμιλο, αλλά με την υπέρβαση επί της Λιθουανίας ισορρόπησε, ενώ αν μπορούσε να έχει και έναν ή δύο ακόμη υπολογίσιμους παίκτες να διαχειριστεί στον αγώνα με τη Ρωσία, θα μπορούσε να βρεθεί μέχρι και στη «ζώνη» των μεταλλίων.

Η νέα πραγματικότητα, όμως, θα ήταν εντελώς διαφορετική. Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, όπως κι εκείνα άλλων κορυφαίων χωρών στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, πληρώνοντας την άκαμπτη στάση της Ευρωλίγκα απέναντι στα «παράθυρα» της FIBA, θα αναγκαζόταν να παίξει χωρίς σχεδόν κανέναν από τη σύνθεση, με την οποία είχε μόλις αγωνιστεί στο Ευρωμπάσκετ.

Μέσα σε όλα τα άλλα, προπονητής δε βρισκόταν, μιας και οι «Ευρωλιγκάτοι» δεν μπορούσαν και άλλοι απέφυγαν να αναλάβουν το δύσκολο έργο της σύνθεσης μιας εξ’ ολοκλήρου νέας ομάδας με μόνο διαθέσιμο έμπειρο τον Γιάννη Μπουρούση, με αποτέλεσμα… ο κλήρος να πέσει πάλι στους Σκουρτόπουλο-Μίσσα, αλλάζοντας ρόλους σε σύγκριση με το Ευρωμπάσκετ, αφού ο ένας θα έπαιρνε πια θέση πρώτου προπονητή και ο άλλος, που είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις, αλλά κατάφερε με τα πολλά να… ισιώσει το καράβι, θα βρισκόταν σε εκείνη του βοηθού.

Ο νυν τεχνικός της Επίσημης Αγαπημένης και του Ηρακλή, λοιπόν, είχε μπροστά του μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή, αφού ουσιαστικά βάδιζε μέσα στο άγνωστο. Πώς θα κατάφερνε να εμπνεύσει το πνεύμα της Εθνικής σε παίκτες, που μέχρι πρότινος ούτε… ονειρεύονταν να αγωνιστούν με το εθνόσημο, αφού με κανονικές συνθήκες δε θα ετίθετο τέτοιο ζήτημα; Πώς θα κατάφερνε να μετατρέψει ένα… πρωτοεμφανιζόμενο σκορποχώρι σε ομάδα, που δε θα κινδύνευε να χάσει την πρόκριση στο Μουντομπάσκετ του 2019;

Εδώ, λοιπόν, όπως λένε, ήταν… η μαγκιά της υπόθεσης. Να κατάφερνε σε χρόνο μηδέν να φτιάξει ομάδα και να πάρει όσες νίκες χρειαζόταν, για να περάσει. Με τη βοήθεια αρκετών, όμως, που έβαλαν την αγάπη για το εθνόσημο κάτω από οποιονδήποτε παράγοντα, όπως για παράδειγμα το γεγονός, ότι πιθανότατα δε θα καλούνταν στην τελική φάση, ή πως υπό κανονικές συνθήκες κανείς δε θα σκεφτόταν να τους καλέσει, το πολύ δύσκολο έγινε εφικτό και το εφικτό ένας θρίαμβος, που… καλά κρατεί τέσσερα χρόνια, με δύο άνετες προκρίσεις σε τελικές φάσεις και τη δημιουργία μιας ξεχωριστής κληρονομιάς.

Το… πρώτο αίμα

Η αρχή, όπως αναφέραμε, έγινε τον Νοέμβριο του 2017, όταν η Εθνική έπρεπε να περάσει από την πρώτη… κακοτοπιά του Λέστερ. Μπορεί σε μερικούς να ακούγεται γελοίο, αλλά οι Βρετανοί είχαν σαφές πλεονέκτημα έναντι της «γαλανόλευκης». Επεσημάναμε νωρίτερα, ότι ο μόνος που είχε ιδέα του τι σημαίνει Εθνική Ελλάδας Ανδρών, ήταν ο Μπουρούσης και, μαζί του, παρουσιάζονταν για πρώτη φορά εντέκα παίκτες, που έπρεπε να δημιουργήσουν μέσα σε λίγες μέρες προπόνησης την εικόνα μιας ομάδας με συνοχή.

Όποιος έχει βιώσει εσωτερικά το «χτίσιμο» οποιασδήποτε ομάδας, καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο μόνο εύκολο δεν είναι. Οι γηπεδούχοι, αντιθέτως, δεν είχαν στην ουσία καμία απώλεια, αφού δεν έχουν αθλητή με σημαντική παρουσία στην Ευρωλίγκα και το ΝΒΑ, κάτι που σήμαινε πως η δική της δωδεκάδα διέθετε ήδη «χημεία» πολύ περισσότερη από αυτή της δικής μας ομάδας. Παράλληλα, το προτέρημα της πρεμιέρας εντός έδρας παίζει επίσης το ρόλο του.

Ο Γιάννης Αθηναίου, ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης, ο Δημήτρης Κατσίβελης, ο Αντώνης Κόνιαρης, ο Βαγγέλης Μαργαρίτης, ο Ντούσαν Σάκοτα, ο Παναγιώτης Βασιλόπουλος, ο Δημήτρης Μαυροειδής, ο Νίκος Γκίκας, ο Χάρης Γιαννόπουλος και ο Ντίνος Μήτογλου, όμως, δε… μάσησαν τίποτα και το «διπλό» δια χειρός του πρώτου ξεκίνησε μια υπέροχη πορεία, που «σφραγίστηκε» ουσιαστικά στο δεύτερο εντός έδρας αγώνα με το Ισραήλ. Η επιπλέον παρουσία, τότε, των Καλάθη, Βουγιούκα και Θανάση Αντετοκούνμπο διασφάλισε το σερί και την αρχή του «τρένου» προς την πρόκριση.

Αποτέλεσμα αυτής της εξαιρετικής αρχής ήταν ένα εντυπωσιακό 11/12 στις συνολικά δύο φάσεις, μετρώντας μόνο μία ήττα σε αδιάφορο βαθμολογικά παιχνίδι στη Σερβία. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα, που και οι πιο αισιόδοξοι δε θα περίμεναν, αν σκεφτούμε όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες, καθιστώντας έτσι το έργο του Σκουρτόπουλου και των ηρωικών παικτών, που εμφανίστηκαν, απόλυτα επιτυχημένο.

Υπόδειγμα ομάδας

Αυτό το «χτίσιμο» της αγωνιστικής συνέπειας της Εθνικής από τότε, μόνο λίγο δεν είναι. Βλέπετε, η πρωταθλήτρια Ευρώπης Σλοβενία και η Κροατία, για παράδειγμα, έχασαν… τα αβγά και τα πασχάλια στα προκριματικά του Μουντομπάσκετ, κάτι που φυσικά αποτελούσε κίνδυνο για κάθε Εθνική, η οποία βασιζόταν στους σούπερ σταρ του ΝΒΑ και της Ευρωλίγκα.

Και αυτή ακριβώς ήταν η επιτυχία του δικού μας αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Όποια κι αν ήταν η εκάστοτε συνθήκη, κατάφερνε να ανασυγκροτηθεί και να πετύχει τα αποτελέσματα, που ήθελε για να μην φτάσει σε σημείο να κρίνεται… από μια κλωστή η πρόκριση σε τελική φάση διοργάνωσης, όπως έγινε ξανά για τους Κροάτες για το επικείμενο Ευρωμπάσκετ, αν και τελικά το ραντεβού κλείστηκε, σε αντίθεση με τη Λετονία του, φυσικά απόντος, Πορζίνγκις, η οποία απέτυχε παταγωδώς, όπως και η Γερμανία.

Αυτό μας διδάσκει και κάτι αυτονόητο, που αρκετές φορές ξεχνάμε και αφορά φυσικά το γεγονός, ότι στη ζωή δεν πρέπει να θεωρείς τίποτα δεδομένο. Ο Σκουρτόπουλος και οι παίκτες του αντιμετώπισαν την κατάσταση, όπως αυτή ήταν και με απόλυτη προσγείωση στα δεδομένα, που υπήρχαν εκείνη την ώρα για τους ίδιους και τους αντιπάλους τους, κάτι που τους οδήγησε στην επιτυχία των προκρίσεων.

Το μόνο «σύννεφο» θα μπορούσε να αποτελεί το ότι η ομάδα δεν προχώρησε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, καθώς δεν προκρίθηκε καν στην οκτάδα, που θα ήταν ένας εφικτός στόχος, αλλά από τη στιγμή που για άλλους δεν είναι καν σίγουρη η πρόκριση στη μεγάλη διοργάνωση, τότε μπορούμε άνετα να πούμε, ότι η δική μας Εθνική βρίσκεται τουλάχιστον ένα «βήμα» μπροστά από αρκετές χώρες, έστω κι αν η τράπουλα, άθελά της, ανακατεύτηκε.

Αυτή η συνέπεια ήταν, στην τελική, που την οδήγησε και στο Ευρωμπάσκετ του 2022, με την αγωνιστική εικόνα να μην είναι τόσο καλή όσο στα προηγούμενα προκριματικά. Η ομάδα ήξερε ποια είναι τα «κλειδιά» και οι «παγίδες» σε αγώνες με θεωρητικά υποδεέστερους αντιπάλους, κάτι που γνώρισε την κορύφωσή του στην αναμέτρηση με τη Βουλγαρία και τη μεγάλη ανατροπή… αλά Λέστερ.

Η ουσία, φυσικά, ήταν και πάλι μία. Η Εθνική για δεύτερη σερί φορά προκρίθηκε με άνεση και τις τελευταίες αγωνιστικές ο Σκουρτόπουλος μπορούσε να δοκιμάσει ό,τι ήθελε, ρίχνοντας και μια ματιά στο μέλλον του ελληνικού μπάσκετ, στέλνοντας και πάλι ευχάριστα μηνύματα.

Οι… μόνιμοι, οι ευκαιρίες και η ελπίδα

Εκτός όσων ήδη απαριθμήσαμε, υπάρχει κι άλλο ένα στοιχείο, που φανερώνει την επιτυχία της τετραετούς προσπάθειας, που καταβάλλεται στην Εθνική, καταφέρνοντας να την αναβαθμίσει μέσω των προκριματικών, ενώ κάποιος θα περίμενε πως με τις εσπευσμένες αλλαγές στο ρόστερ θα συνέβαινε το αντίθετο.

Στην Εθνική πολλοί παίκτες πήραν τις ευκαιρίες τους και σε αυτή την τετραετία πέρασαν από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα 16 νέοι παίκτες για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2019 και άλλοι 11 για τα προκριματική του Ευρωμπάσκετ του 2022, κάτι που σημαίνει πως 27 παίκτες γνώρισαν για πρώτη φορά… άρωμα αποδυτηρίων της «γαλανόλευκης».

Αυτό, φυσικά, φέρνει αρκετά θετικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι, ότι η δεξαμενή του ελληνικού μπάσκετ, παρότι δεν είναι τόσο μεγάλη πια τα τελευταία χρόνια, συνεχίζει να «αιμοδοτεί» με ποιοτικούς παίκτες την Εθνική, έχοντας τη δυνατότητα να τη διατηρήσει στο κορυφαίο επίπεδο του ευρωπαϊκού και παγκοσμίου στερεώματος. Αρκετοί, μάλιστα, έδειξαν και… μια ματιά στο μέλλον στις τελευταίες δύο αγωνιστικές, με τους Κώστα Παπαδάκη και Νίκο Χουγκάζ, ειδικά, να είναι απολαυστικοί και τα καλύτερα δείγματα σύγχρονων παικτών, που διαθέτουμε.

Το δεύτερο είναι η ελπίδα, που προκύπτει για το μέλλον, σε συνδυασμό με το ότι δίνονται πραγματικές ευκαιρίες στους αθλητές αυτούς, για να πετύχουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Και μιλάμε για δύσκολες συνθήκες, καθώς πρόκειται για μια πρόκριση σε τελική φάση και όχι… μια σειρά φιλικών παιχνιδιών.

Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους αθλητές, μάλιστα, ορισμένοι κατόρθωσαν με τη δουλειά και την αφοσίωσή τους να γίνουν μέρος του «κορμού» αυτής της νέας Εθνικής, που μας έχει παρουσιαστεί. Ο Μαργαρίτης, ο Χρυσικόπουλος, ο Κατσίβελης, ο Αθηναίου, ο Γκίκας, ο Γιαννόπουλος, ο Σαλούστρος και αρκετοί ακόμη ακολουθούν αυτή την ιδιαίτερη ομάδα σε όλη, ή σχεδόν όλη, τη διάρκεια της περιπέτειας αυτής, ενώ ο Βασιλόπουλος, ο Μαυροειδής, ο Καββαδάς και άλλοι βρήκαν την ευκαιρία να ξαναμπούν στο σύνολο, με τον πρώτο μάλιστα να συμπεριλαμβάνεται και στην αποστολή για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, κάτι που θα συνέβαινε και με τον Αθηναίου, αν δεν τραυματιζόταν σε εκείνο το φιλικό με τους Σέρβους.

Μαζί τους, φυσικά, κι άλλοι παίκτες βρήκαν την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, με αποτέλεσμα να γίνουν βασικά «γρανάζια», όπως ο Μποχωρίδης, ο Λαρεντζάκης, ο Κόνιαρης, ο Μήτογλου και ο Κασελάκης, αλλά το «φορτωμένο» πρόγραμμα των νυν ομάδων τους στην Ευρωλίγκα δεν επέτρεψε να μείνουν μέχρι το τέλος του δρόμου, αν και ήδη έχουν προσφέρει σπουδαίες υπηρεσίες.

Όλα αυτά, βεβαίως, φέρνουν τον εκάστοτε ομοσπονδιακό τεχνικό σε ευχάριστη θέση στην προσπάθεια διαμόρφωσης του ρόστερ για την τελική φάση της διοργάνωσης, φέρνοντας ανταγωνισμό στην προετοιμασία και τη σκέψη για τη μεγάλη ευκαιρία της παρουσίας στη δωδεκάδα για τους παίκτες αυτούς, κάτι που θα αποτελούσε την πλήρη επιβράβευση των κόπων τους.

Με λίγα λόγια, η κατάσταση που προέκυψε ξαφνικά το 2017 μόνο καλό έχει κάνει στην Εθνική, η οποία μέσω των «εμποδίων» βρήκε την ευκαιρία να αποδώσει έργο και να αναδείξει… έναν άλλο της εαυτό. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, κατάφερε να δημιουργήσει τέτοια κληρονομιά για τους επόμενους, όση δεν κατάφερε σε άλλες χρονιές, όπου οι προσδοκίες είχαν πάει… στο βρόντο. Αυτή την Εθνική, πρέπει να την αγαπάμε και λίγο περισσότερο.